απόκρυψη


απόκρυψη
[апокрипси] συσ. θ. утаивание.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "απόκρυψη" в других словарях:

  • απόκρυψη — η το κρύψιμο: Σε ανώμαλους καιρούς πολύ συνηθισμένη είναι η απόκρυψη τροφίμων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • απόκρυψη — η (AM ἀπόκρυψις) [αποκρύπτω] το κρύψιμο νεοελλ. αποσιώπηση, συγκάλυψη αρχ. εξαφάνιση …   Dictionary of Greek

  • ἀποκρύψῃ — ἀποκρύψηι , ἀπόκρυψις disappearance fem dat sg (epic) ἀποκρύπτω hide from aor subj mid 2nd sg ἀποκρύπτω hide from aor subj act 3rd sg ἀποκρύπτω hide from fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλεπταποδοχή — Η σκόπιμη απόκρυψη, αγορά, κτήση με τύπο ενεχύρου ή αποδοχή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο καθώς και η μεταβίβαση ή η εξασφάλιση της κατοχής από μέρους τρίτου ενός κινητού πράγματος ή τιμήματος αυτού, γνωρίζοντας ότι αυτό προέρχεται από κλοπή. Ο… …   Dictionary of Greek

  • κρυψιβουλία — η [κρυψίβουλος] 1. η απόκρυψη τής πραγματικής βούλησης ή πρόθεσης κάποιου 2. (νομ.) η ενδιάθετη επιφύλαξη, δηλαδή η απόκρυψη τής πραγματικής θέλησης τού ενός από τους συμβαλλομένους από τον αντισυμβαλλόμενο …   Dictionary of Greek

  • κρύψιμο — το 1. η απόκρυψη ενός πράγματος 2. μτφ. αποσιώπηση 2. η καταφυγή σε κρυφό τόπο 3. μτφ. η απόκρυψη τών πραγματικών σκέψεων. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. κρυψ (πρβλ. ἔ κρυψ α, αόρ. τού κρύβω), κατάλ. ιμο] …   Dictionary of Greek

  • κρύψις — κρύψις, ἡ (Α) [κρύπτω] 1. κρύψιμο, απόκρυψη («κρύψει σὺ κρῡψιν ἥν σε κρυφθῆναι χρεών», Ευρ.) 2. (για αστέρες και για τον ήλιο ή τη νέα σελήνη) επικάλυψη, δύση ή έκλειψη 3. (ρητ.) η απόκρυψη τού σκοπού και τών βλέψεων κάποιου από τον αντίπαλο 4.… …   Dictionary of Greek

  • έλυτρο — το (AM ἔλυτρον) περίβλημα, θήκη, περικάλυμμα νεοελλ. 1. πέταλο το οποίο περιβάλλει διάφορα όργανα (τένοντες, μυς, χόνδρους) 2. σκληρή και δερματώδης πτέρυγα μερικών εντόμων που χρησιμεύει ως θήκη για την προφύλαξη τής κατώτερης πτέρυγας 3.… …   Dictionary of Greek

  • αντίσταση — Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ιστορικά γεγονότα του B’ Παγκοσμίου πολέμου υπήρξε το φαινόμενο της Α., την οποία προέταξαν στους κατακτητές και τους συνεργάτες τους οι κατεχόμενοι από τον Άξονα πληθυσμοί στις διάφορες χώρες. Οι πολιτικές και… …   Dictionary of Greek

  • ανωνυμία — η (Α ἀνωνυμία) ανυπαρξία ονόματος νεοελλ. απόκρυψη ονόματος …   Dictionary of Greek